Τα "Άγια Μετέωρα" στην "Πειραϊκή Εκκλησία"

EXWFYLLO 283Κυκλοφόρησε το τεύχος του περιοδικού της Πειραϊκής Εκκλησίας για τους μήνες Ιούλιο-Αύγουστο 2016.

Το κεντρικό αφιέρωμα έχει θέμα: Άγια Μετέωρα.

Στο αφιέρωμα θα βρείτε κείμενα των:

Αρχιμανδρίτου Αθανασίου, Προηγουμένου Ι. Μ. Μεγ. Μετεώρου

Αρχιμανδρίτου Νήφωνα, Καθηγουμένου Ι. Μ. Μεγ. Μετεώρου-Πρωτοσυγκέλλου Ι. Μ. Σταγών και Μετεώρων

Περισσότερα...

Λόγοι παραιτήσεως από την συμμετοχή στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο

Ἐπειδή κατά τόν Θεῖο Ἀπόστολο Πέτρο ὀφείλομεν νά εἴμεθα «ἕτοιμοι δὲ ἀεὶ πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ αἰτοῦντι ὑμᾶς λόγον περὶ τῆς ἐν ὑμῖν ἐλπίδος μετὰ πραΰτητος καὶ φόβου συνείδησιν ἔχοντες ἀγαθήν, ἵνα ἐν ᾧ καταλαλοῦσιν ὑμῶν ὡς κακοποιῶν, καταισχυνθῶσιν οἱ ἐπηρεάζοντες ὑμῶν τὴν ἀγαθὴν ἐν Χριστῷ ἀναστροφήν. κρεῖττον γὰρ ἀγαθοποιοῦντας, εἰ θέλοι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, πάσχειν ἢ κακοποιοῦντας (Α΄ Πέτρου 3,15-18), δημοσιοποιῶ τοῦς λόγους παραιτήσεώς μου ἀπό τήν συμμετοχή μου στήν ἐκπροσώπηση τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν συγκληθησομένη Ἁγία καί Μεγάλἦ Σύνοδο.Ἡ ἀπόφασις τῆς προλαβούσης ἐκτάκτου Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μοῦ παρεῖχε αὐτό τό δικαίωμα συμμετοχῆς κατόπιν τῆς παραιτήσεως τῶν πρό ἐμοῦ κατά τά πρεσβεῖα Σεβασμιωτάτων Ἁγίων ἀδελφῶν.

Παραιτήθην προφορικῶς ἐνώπιον τῆς προλαβούσης Ἱεραρχίας γιά λόγους συνειδήσεως καί εἰδικώτερα διότι διαφωνῶ καί διά τήν θεματολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου καί διά τήν διαδικασία. Διαφωνῶ διά τήν θεματολογία διότι μετά 93 χρόνια προετοιμασίας μιᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου ἡ ἐνασχόλησίς της μέ οὐσιωδῶς λελυμένα θέματα ἀπό τήν Πατερική καί Κανονική μας Παράδοση, ὅπως τῆς Νηστείας καί τοῦ Γάμου, μόνον δυστυχῶς θυμηδία προκαλεῖ. Διαφωνῶ καί μέ τήν ἀπαράδεκτη θέση τοῦ κειμένου περί τῶν μεικτῶν γάμων, πού προάγει τόν λεγόμενο λαϊκό συγκρητιστικό οἰκουμενισμό, καί διαφωνῶ ἐπίσης ριζικά μέ τά ἄλλα δύο ψηφισμένα κείμενα τῶν προσυνοδικῶν διασκέψεων «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον» καί «Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῶ συγχρόνῳ κόσμῳ.» Ἐάν πράγματι έπεδιώκετο ἡ Πανορθόδοξος αὐτή Σύνοδος νά εἶναι Ἁγία καί Μεγάλη καί νά ἀποτελεῖ Ἱερά συνέχεια τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων στόν 21ο αἰώνα καί ἐπέκεινα, διακηρύσσουσα ὅτι «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν», ὤφειλε στοιχοῦσα στό πνεῦμα καί τό γράμμα τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων νά ἀποφασίσῃ τά ἀκόλουθα :

α) Νά ἀναγνωρίσει τίς θεωρούμενες ἀπὸ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους δύο Συνόδους τοῦ ἐνάτου καὶ δεκάτου τετάρτου αἰῶνος ὡς Οἰκουμενικές, δηλ. τήν Η´ ἐπὶ Μ. Φωτίου, τοῦ 879-880, καὶ τήν Θ´ ἐπὶ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ 1351, οἱ ὁποῖες, κατεδίκασαν ἡ μὲν πρώτη τὸ Filioque καί τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα ὡς αἱρέσεις, ἡ δὲ δεύτερη τὴν περὶ κτιστῆς Θείας Χάριτος καί Ἐνεργείας αἵρεση, διότι δι’ αὐτῆς προσβάλλεται ἡ σχέσις τοῦ Θεοῦ πρός τήν κτίσιν Του καί ὀργανικῶς ἀνταλλάσσεται ἡ ἀπουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέ τό ἀλάθητο καί τό πρωτεῖο ἑνός ἀνθρώπου, καί ἑπομένως καὶ τὸν Παπισμό ὡς αἵρεση. Νά ἐπικαιροποιήσει καί ἐπικυρώσει τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1282-1284) διά τῶν ὁποίων ἀκυρώθηκε ἡ ψευδοένωσις τῆς Λυών καί τῆς Μεγάλης Συνόδου (1484) διά τῆς ὁποίας ἀκυρώθηκαν οἱ ἀποφάσεις τῆς ληστρικῆς Συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας. Να καταδικάσει τό ψευδοπέτρειο δόγμα, πού στηρίζεται σέ πλαστογραφημένα στοιχεῖα (ψευδοκωνσταντίνειος δωρεά, ψευδοπιπίνειος δωρεά, ψευδοϊσιδώρειες διατάξεις, ψευδοκλημέντεια) καθώς καί τίς διδαχές τῶν ψευδοσυνόδων I καί II Βατικανῆς καί νά ὁριοθετήσῃ τήν θέση τοῦ πρώτου στήν Ἐκκλησία, ὁ ὁποῖος κατά τόν 34ον Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, πού ἔχει Οἰκουμενικήν ἀναγνώρισιν (9ος Ἀντιοχείας, 1ος Δ΄, 2ος ΣΤ΄ καί 1ος Ζ) εἶναι Primus inter Pares καί ὄχι Primus sine Paribus.

β) Νά ἐκλέξει, νά χειροτονήσει καί νά ἐνθρονίσει στό πάλαι ποτέ περίπυστο Πατριαρχεῖο τῆς Ρώμης καί τῆς Δύσεως νέο Ὀρθόδοξο Πάπα Ρώμης, καί Ὀρθόδοξη Ἱεραρχία μή ἀναγνωρίζουσα τόν σημερινό καταληψία τοῦ Πατριαρχείου τῆς Δύσεως καί αἱρεσιάρχη κ. Φραγκῖσκο (Horhe Bergolio). Ἔτσι, θά ἐλύοντο τά προβλήματα τοῦ Παπισμοῦ καί τῆς Οὐνίας.

γ) Νά ἀνιδρύσει Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες στήν Εὐρώπη, Ἀμερική, Καναδᾶ καί Αὐστραλία, λύουσα ὁριστικῶς τό θέμα τῆς Διασπορᾶς, καί τό σκάνδαλο τῶν ἐπαλλήλων δικαιοδοσιῶν πού προάγει τήν αἵρεση τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ καί πού δέν θεραπεύεται μέ τό ἡμίμετρο τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων. Ἡ ἀπόφασι αὐτή θά ἀπεδείκνυε τόν φιλοδυτικισμόν τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δέν ἀντιμάχεται πρόσωπα καί τόπους ἀλλά τήν πλάνη καί τήν κακοδοξία πού χωρίζουν ἀπό τόν Πανάγιον Θεόν. Ὅταν καταγγέλεται τό εἰδεχθές κακούργημα τῆς παιδοφιλίας πού θεσμοθέτησε τό Συνταγματικό Δικαστήριο τῆς Ὁλλανδικῆς πολιτείας ἀναγνωρίζοντας κομματικό σχηματισμό (PVDF) πού ἔχει αὐτό τό χυδαίο πρόταγμα, ἤ ὅταν καταγγέλεται ἡ ἀπύθμενης κακότητος χυδαιότητα τῆς κτηνοβασίας, πού ἔχει θεσμοθετηθεῖ στή Γερμανική πολιτεία, ἤ ὅταν καταγγέλεται ἡ ἀνατροπή τῆς ἀνθρώπινης ὀντολογίας μέ τήν θεσμοθέτηση τῆς ψυχοπαθολογικῆς ἐκτροπῆς τῆς ὁμοφυλοφιλίας στό λεγόμενο Δυτικό κόσμο, δέν στηλιτεύονται τά πρόσωπα ἀλλά ἡ θεσμοθέτησις τῆς ἀνομίας. Ἀσφαλῶς ὡς πρόσωπα ἐκτιμῶνται βαθύτατα ὁ Φραγκῖσκος τῆς Ἀσσίζης, ἡ Θηρεσία τῆς Ἄβιλα, ὁ Ἰωάννης τοῦ Σταυροῦ, ἡ Θηρεσία τοῦ βρέφους Ἰησοῦ καί ὁ Κάρολος ντε Φουκώ, καί ἄλλοι γιά τόν μυστικισμό τους καί τήν ἀγάπη τους πρός τόν Χριστόν. Ἅγιοι ὅμως δέν μπορεῖ νά θεωροῦνται διότι ἐάν μετεῖχαν στήν ἄκτιστη ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ, τήν Ἁγιότητα, θά ἐπληροφοροῦντο δι’ Ἁγίου Πνεύματος γιά τίς κακοδοξίες καί στρεβλώσεις τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας καί θά κατήγγειλον αὐτές καί θά ἑννοῦντο μετά τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀπόφασι αὐτή θά ἀπεδείκνυε τό ἕωλο καί ἀνεπέρειστο τῶν κατηγοριῶν ὅτι δῆθεν ἐπιδιώκεται ὁ ἐγκλωβισμός τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας στόν «μικρόκοσμόν της» ἐνῶ ἀντιθέτως ἐξαγγέλλεται δι’ αὐτῆς ὁ ἀληθής Εὐαγγελικός καί Πατερικός «οἰκουμενισμός», πού ἀναλύεται σέ ἔμπονη διακήρυξη τῆς Ἀποστολικοπαραδότου καί Ἁγιοπατερικῆς ἀληθείας μέ τήν στηλίτευση τῶν κακοδοξιῶν καί τῶν παντοειδῶν αἱρέσεων.

δ) Νά ἀκολουθήσει τήν Πατερική ὁδό μαχίμου ἐπανευαγγελισμοῦ τῆς Οἰκουμένης, ὡς προείπομεν, μέ τήν δημιουργία δορυφορικῆς πλατφόρμας γιά τήν Ὀρθόδοξη μαρτυρία σέ 100 γλῶσσες. Μέ τόν τρόπο αὐτό, θά κονιορτοποιοῦσε τίς διαμονικές ψευδοθρησκεῖες καί αἱρέσεις μέ παγκόσμιο λόγο καί πατερική παρρησία, θά ἐδόξαζε τόν Θεό καί θά διεσφάλιζε τόν ἄνθρωπον καί τά πραγματικά δικαιώματά του.

ε) Νά λύση τό ἡμερολογιακό καί ἑορτολογικό μεῖζον θέμα, πού διασπᾶ ἀναποδράστως τή λειτουργική ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας καί πού κατά τρόπον ἀντικανονικόν θεσμοθέτηθηκε στήν Ἐκκλησία αὐτή ἡ ἀπαράδεκτη λειτουργική διάσπασις, μέ τό γνωστό Συνέδριον τοῦ 1923, ἐπί Μακαριστοῦ Πατριάρχου Κων/πόλεως κυροῦ Μελετίου Μεταξάκη.

Διαφωνῶ καί μέ τήν διαδικασίαν πού προσβάλλει τό Ἐπισκοπικόν Ὑπούργημα καί μεταβάλλει τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο σέ οὐσιαστικά διευρημένη Σύνοδο Προκαθημένων, πού προδήλως παραβιάζει τό 34ο Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἁποστόλων, διότι εἶναι κανονικῶς ἀπαράδεκτον νά ἀκυρώνεται ἡ ψῆφος κάθε Ἐπισκόπου καί ἡ ἐλευθέρα ἔκφρασις τῆς γνώμης του καί νά «ὁμογενοποιεῖται» ἀντικανονικῶς ἡ ψῆφος τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐπιπροσθέτως ἡ τραγελαφική αὐτή διαδικασία χαρακτηρίζεται ἀπό παλινῳδία καί ἀντιφατικότητα, διότι ἐνῶ στόν ψηφισθέντα -ἐκτός ἀπ’ τό Πατριαρχεῖον Ἀντιοχείας- κανονισμόν λειτουργίας τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου προβλέπεται ἡ ἀρχή τῆς ὁμοφωνίας διά τήν λῆψιν τῶν ἀποφάσεων, στηλιτεύεται ἡ ἀλληλένδετη πρός τήν ἀρχή τῆς ὁμοφωνίας ἀρχή τῆς ἀρνησικυρίας (veto) ἀπό τήν ἑρμηνεία τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου στήν Σύναξη τῶν Προκαθημένων (Γενεύη 22-1-2016) κεφ. 2, παρ. δ΄, πού οὐσιαστικά καταργεῖ τήν ἀρχή τῆς ὁμοφωνίας καί εἰσάγει τήν ἀρχή τῆς πλειοψηφίας. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ θέσις τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου :

«Τέλος, καθίσταται ἀναγκαῖον ὅπως διευκρινηθῇ ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον προέκυψε, καθ’ ἡμᾶς ἀπροσδοκήτως, ἤτοι τὸ ἐρώτημα περὶ τοῦ ἀκριβοῦς νοήματος τοῦ ὅρου ὁμοφωνία (consensus), τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθημεν ὡς τρόπον λήψεως ἀποφάσεων τόσον κατὰ τὴν προετοιμασίαν ὅσον καὶ κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δέον νὰ διευκρινηθῶσι τὰ ἀκόλουθα ζητήματα :

Πρῶτον, ἡ ἔννοια τῆς ὁμοφωνίας ὡς consensus, καὶ ὄχι ὡς unanimity, ἔχει διεθνῶς τὴν ἔννοιαν ὅτι ἐὰν μία ἢ περισσότεραι ἀντιπροσωπίαι διαφωνήσουν πρὸς μίαν συγκεκριμένην πρότασιν καὶ διατυπώσουν ἰδίαν τοιαύτην, δέον νὰ καταβληθῇ προσπάθεια ἀποδοχῆς τῆς ὑπὸ τῶν ἀντιπροσωπιῶν τούτων γνώμης ἢ προτάσεως, εἰς περίπτωσιν ὅμως κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτευχθῇ συναίνεσις (consensus) ἐπὶ τῆς ἀντιπροτάσεως, τότε ἡ διαφωνία αὕτη, ἐφ’ ὅσον οἱ διαφωνοῦντες ἐπιμένουν, καταγράφεται ἀλλὰ δὲν ἀκυρώνει τὴν πρὸς ἣν ὑπῆρξεν ἡ διαφωνία ἀρχικὴν θέσιν, καὶ οἱ διαφωνοῦντες ὑπογράφουν τὸ ἀρχικὸν κείμενον, καταγράφοντες, ἐὰν θέλουν, τὴν διαφωνίαν των. Ἐὰν ὑπάρξῃ ἄρνησις ὑπογραφῆς τοῦ κειμένου, τοῦτο θὰ ἐσήμαινεν ἀρνησικυρίαν (veto), πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ὡδήγει εἰς ἀδιέξοδον.

Δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον δέον νὰ διευκρινηθῇ, εἶναι ἐὰν ἡ ὁμοφωνία ἀναφέρεται εἰς τοὺς παρόντας κατὰ τὰς ἐργασίας ἑνὸς σώματος ἢ ἀπαιτῇ τὴν φυσικὴν παρουσίαν ὅλων τῶν μελῶν τοῦ σώματος.».

Ἑπομένως ἐάν ἰσχύσει ἡ πρόθεσις καί ἡ σκέψις τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, καμμία τροποποίησι τῶν ἤδη ψηφισμένων κειμένων δέν πρόκειται νά γίνει ἀποδεκτή καί κανένα κείμενο δέν πρόκειται νά ἀποσυρθεῖ καί κατά ταῦτα ἡ παρουσία τῶν Μακαριωτάτων καί Σεβασμιωτάτων Συνέδρων θά εἶναι διακοσμητικοῦ χαρακτῆρος.

Διαφωνῶ πλήρως μέ τό ψηφισθέν ἀπό τήν Ε΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη κείμενο «Σχέσεις Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» διότι γέμει ἀπό ἀσάφειες, ἀπό «τεχνικούς ὅρους» καί ἀπό μεγάλες ἀντιφάσεις. Ἕνα κείμενο Πανορθοδόξου Συνόδου θά ἔπρεπε νά εἶναι Ἱερή συνέχεια τῶν Ἱερῶν κειμένων τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, πού παραδίδεται στή Ἱστορία πρός Ἁγιασμόν καί σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου Γένους, καί ὄχι ἕνα φαιδρό συμπίλημα ἀντιφάσεων καί ἀσαφειῶν. Διερωτῶμαι, κατά τήν μακράν Ἱστορικήν περίοδον τῶν χιλίων διακοσίων χρόνων, ἐάν ἀριθμήσωμεν ἀπό τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἤ τῶν ἑξακοσίων ἀπό τῆς Θ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, δέν ὑπήρξαν αἱρέσεις καί κακοδοξίες στόν χριστιανικό κόσμο, πού θά ἔπρεπε ἡ Ἐκκλησία νά καταγνώσει; Ὁ Ἀντβεντισμός, ἡ φυλλαδική ἑταιρεία «Σκοπιά» πού αὐτοπροσδιορίζεται ὡς «χριστιανική Ἐκκλησία μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ», ὁ Πεντηκοστιανισμός, ἡ Χριστιανική Ἐπιστήμη, ἡ Θεοσοφία πού παρουσιάζει τόν Χριστόν ὡς «χρηστική κατάσταση», ὁ Τεκτονισμός πού παρασιτεῖ ἀναισχύντως στίς χριστιανικές κοινωνίες ἐνῶ εἶναι Ἑωσφορικός παγανιστικός ἀποκρυφισμός (κατά τά ἐσωτερικά κείμενα τῆς ἰδίας τῆς μασωνίας), οἱ κατά τήν δεύτερη χιλιετία κακοδοξίες τοῦ Παπισμοῦ (πρωτεῖο, ἀλάθητο, καθαρτήριο, ἀξιομισθίαι, ὑπέρτακτα ἔργα, ἄσπιλη σύλληψη, ἐνσώματος ἀνάληψις τῆς Παναγίας, δικανική ἱκανοποίησις Θ. Δικαιοσύνης κλπ.), οἱ διάφορες Προτεσταντικές παραφυάδες μέ τό πολυποίκιλο αἱρετικό δογματικό περιεχόμενο (Βαπτισταί, Μορμόνοι, Κουάκεροι, Μενονίτες, Συναθροισταί, Μεθοδισταί κλπ.), δέν θά ἔπρεπε νά καταγνωσθοῦν ἀπό τήν Ἐκκλησία Συνοδικῶς; Εἶναι ἐκπληκτικά παράδοξο ὅτι στό συγκεκριμένο κείμενο δέν ὑπάρχει ἡ παραμικρή άναφορά σ’ αὐτές τίς πραγματικότητες, γιά τίς ὁποίες ἡ Ἐκκλησία Συνοδικά δέν ἔχει ἀρθρώσει ἐπίσημον λόγον, ὡς νά μήν ἀνεφύησαν αἱρέσεις καί κακοδοξίες κατά τήν Β΄ χιλιετίαν.

Παρηκολούθησα μία ἰδιοφυεστάτη ἀνάλυσι ἀπό τόν Σεβ. Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομον στό Ρ/Σ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τῆς κακοδοξίας τῆς ἀσπίλου συλλήψεως, πού «ἐδογμάτισε» ὁ Πάπας Πίος ὁ Θ΄ τό 1854 καί πού ὑπῆρξε «πρόβα generale» γιά τήν θεσμοθέτηση τοῦ πρωτείου καί τοῦ ἀλαθήτου τό 1870, ἀπό τήν I Βατικανή ψευδοσύνοδο. Ἐπί τῆς κακοδοξίας τῆς ἀσπίλου συλλήψεως τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία ἀκυρώνει τήν ἔνσαρκο οἰκονομία τοῦ Θεοῦ Λόγου, διότι ἐάν ἐγεννήθη ἀσπίλως, ἡ Θεοτόκος θά συνελήφθη καί ἀνηδόνως καί κατά ταῦτα ἀπομειώνεται ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Θεοῦ Λόγου, θεμελιώθηκε ἡ Λούρδη διά νά ὑπάρξει δῆθεν θεόθεν ἐπιβεβαίωσις, διότι ἡ Βερναρδέτη Σουμπιρού πού δῆθεν «εἶδε» τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον ὡς «λευκήν Κυρίαν» τό 1858, ἔλαβε τήν ἀπάντηση στό ἐρώτημα ποία ἦτο, «Εἶμαι ἡ ἀσπίλως συλληφθεῖσα». Διερωτῶμαι ἡ Ἐκκλησία δέν θά ἔπρεπε ὅλες αὐτές τίς ἀπαράδεκτες νοθεύσεις τῆς ἀληθείας, Συνοδικῶς νά τίς καταδικάσει;

Στό συγκεκριμένο κείμενο γίνεται συνεχής ἀναφορά στήν ἀξία τοῦ διαλόγου μέ τήν Ἑτεροδοξία καί διαβάζοντάς το ἔχει κανείς τήν αἴσθηση ὅτι εἰσέρχεται σέ μία «μηχανή τοῦ χρόνου» καί βρίσκεται στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἱώνος, ὅταν ἔπνεε ὁ ἄνεμος αἰσιοδοξίας γιά τήν ἔνωση μέ τήν Ἐκκλησία, τῶν ἀποσχισθέντων ἀπό Αὐτήν. Δυστυχῶς ὅμως οἱ λεγόμενοι θεολογικοί διάλογοι ἔχουν σχεδόν τελειώσει ἤ ἔχουν συμπνιγεῖ στήν σατανική ἐμμονή καί ἀμετανοησία τῶν κακοδόξων ἤ στήν χειροτονία γυναικῶν στό ἰδιότυπο Ἱερατεῖο τους καί στήν θεσμοθέτηση τῆς ψυχοπαθολογικῆς ἐκτροπῆς τῆς ὁμοφυλοφιλίας πού ἀνατρέπει τήν ἀνθρώπινη ὀντολογία καί φυσιολογία. Εἶναι ἀπόλυτος ἡ μαρτυρία ἐπ’ αὐτῶν τῶν Ὀρθοδόξων συμπροέδρων τῶν διεξαγομένων θεολογικῶν διαλόγων, ὡς λόγου χάριν τοῦ Σεβ. Σασίμων κ. Γενναδίου (29/8 -3/9/2015, Σύναξις Ἱεραρχίας Οἰκουμενικοῦ Θρόνου). Καμμία ἀποτίμησις λοιπόν γιά τούς διεξαχθέντας θεολογικούς διαλόγους πού δυστυχῶς ἔχουν ἀποβεῖ «ἀνόσια παίγνια» κατά τήν ἐξαίρετη δήλωση τοῦ ἐπί εἰκοσαετία συμπροέδρου στόν διάλογο μετά τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν Σεβ. Ἁρχιεπισκόπου Αὑστραλίας κ. Στυλιανοῦ.

Στό ἐπίδικο κείμενο γίνεται στίς παρ. 16,17,18,19 καί 21 ἀναφορά στίς σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας μέ τό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν «Ἐκκλησιῶν» (Π.Σ.Ε.) καί εἶναι ἐκπληκτικό τά ὅσα ἀναφέρονται στήν παρ. 21 στήν ὁποία δηλώνεται ὅτι «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐκτιμᾶ τά ἐκδοθέντα θεολογικά κείμενα τῆς Ἐπιτροπῆς Πίστις καί Τάξις» (ποία;) καί στήν συνέχεια ἡ αὐτή παράγραφος κατακλείεται μέ τήν δήλωση ὅτι: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διατηρεῖ ἐπιφυλάξεις γιά κεφαλαιώδη ζητήματα Πίστεως καί Τάξεως». Ἡ ἀποθέωσις τῆς ἀντιφάσεως!!!

Διερωτῶμαι μέ ποία λογική συμμετέχει ἡ Ὀρθόδοξος Καθολική Ἐκκλησία σ’ ἕνα Σῶμα πού ἀπαρτίζεται ἀπό τούς Μονοφυσίτας Ἀντιχαλκηδονίους καί τήν πανσπερμίαν τῶν προτεσταντικῶν Παραφυάδων; Δέν εἶναι ἡ πίστις ὅλων αὐτῶν κατεγνωσμένη ὡς αἵρεσις ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους; Οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι μετά τήν ἀπαράδεκτη Β΄κοινή δήλωση τῆς 28ης Σεπτεμβρίου 1990 (Σαμπεζύ) κατά τήν ὁποίαν διεκήρυξαν ὅτι «οἱ φύσεις στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ διακρίνονται τῇ θεωρίᾳ μόνη» - ἐνῶ τό ἀληθές εἶναι ὅτι οἱ δύο φύσεις διακρίνονται σαφῶς ὡς πραγματικαί καί διακρίνονται ἀδιαιρέτως διότι ἡ ἕνωσις εἶναι ἀσύγχυτος καί ἀδιαίρετος - συνεχίζουν νά ἐπαναλαμβάνουν τήν φράσιν τοῦ αἱρεσιάρχου Ἀπολιναρίου Λαοδικείας «Μία φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη» τήν ὁποίαν περί τό 400 μ.Χ. πλαστογράφησαν οἱ μαθηταί του ὡς δῆθεν φράσιν τοῦ Ἁγίου καί Μεγάλου Ἀθανασίου (ΘΗΕ τ.2, στ. 1118-1119), ὅπως ἀπεδείχθη ὑπό τῶν Λεοντίου Βυζαντίου καί Ἰωάννου Σκυθοπολίτου (Ἰωάννου Ἱεροσολυμίτου P.G. 86,1865) κατά τήν Βυζαντινήν περίοδον καί τήν ὁποίαν ἐπανέλαβε ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, νομίζων ὅτι ἀνήκε εἰς τόν Ἅγιο Ἀθανάσιον. Εἶναι χαρακτηριστική τῆς ἐμμονῆς τῶν Ἀντιχαλκηδονίων ἡ κυκλοφόρησις ἀπό τίς ἐκδόσεις Ἁρμός τό 1996, τοῦ συγγράμματος τοῦ Μακαρίτου Πατριάρχου τῶν Κοπτῶν τῆς Αἰγύπτου Σενούντα Γ΄ «Ἡ Φύσις τοῦ Χριστοῦ» ὅπου στήν σελ. 46 καί στό κεφ. «Ἡ μία θέληση καί ἡ μία ἐνέργεια» ἀναφέρεται: «Ἐπειδή πιστεύουμε στήν Μία Φύση τοῦ Ἐνσαρκωμένου Λόγου, ὅπως τήν ὀνόμασε ὁ Ἅγιος Κύριλλος, πιστεύουμε στήν Μία Θέληση καί στή Μία Ἐνέργεια. Φυσικά ἀφοῦ φρονοῦμε ὅτι ἡ Φύση εἶναι Μία καί ἡ Θέληση καί ἡ Ἐνέργεια εἶναι ἐπίσης Μία». Ἑπομένως οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι εἶναι κατεγνωσμένοι ἀπό τίς Δ΄ Ε΄ καί ΣΤ΄ Ἅγιες Οἰκουμενικές Συνόδους, ὡς Μονοφυσίται, Μονοθελήται καί Μονοενεργήται καί ὅσοι παρηκολούθησαν τηλεοπτικῶς τήν ἐνθρόνισιν τοῦ νέου Πατριάρχου τῶν Κοπτῶν στήν Αἴγυπτον θά ἄκουσαν νά ψάλλεται ὁ Θεοπασχητικός Ὕμνος «Ἅγιος Ἀθάνατος ὁ δι’ ἡμᾶς Σταυρωθείς» καί θά κατενόησαν ὅτι πέραν τῶν ἄλλων ἀσπάζονται καί τήν αἵρεση τοῦ Θεοπασχητισμοῦ. Ὅσον ἀφορᾶ στίς Προτεσταντικές παραφυάδες τοῦ Π.Σ.Ε. διερωτῶμαι δέν εἶναι Εἰκονομάχοι; Δέν ἀρνοῦνται τό ἀειπάρθενον τῆς Θεοτόκου; Δέν ἀρνοῦνται τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί τήν οὐσιαστική μεταβολή τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἶνου σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ; Καί ἑπομένως αὐτές οἱ κακοδοξίες τους δέν εἶναι κατεγνωσμένες ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους καί εἰδικώτερα ἀπό τήν Γ΄ καί τήν Ζ΄; Συνεπῶς πῶς σέ ἕνα αἰώνιο Πανορθόδοξο κείμενο παρεισφρύουν σχέσεις μέ κατεγνωσμένους ἀπό τήν Ἐκκλησία αἱρετικούς;

Τό κείμενο αὐτό δυστυχῶς ἀκυρώνει τά αἵματα, τίς θυσίες καί τά ἀνήκουστα μαρτύρια καί τά πολυώδυνα βάσανα τῶν Ἁγίων καί Ἡρώων τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν Πίστεως πού κατακρεουργήθησαν καί ἐκάησαν ζῶντες ἀπό τούς Λατίνους καί Λατινόφρονες (Ἰωάννη Βέκκο, Μιχαήλ Παλαιολόγο) καί ἐγκληματικῶς ἀμνηστεύει τήν στρέβλωσι τοῦ Εὐαγγελικοῦ κηρύγματος ἀπό τούς ἐκπεσόντας «χριστιανούς» τοῦ Παπισμοῦ. Εἶναι πολυσήμαντος ὁ πρόλογος τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κ.κ. Ἱερωνύμου τοῦ Β΄, ὡς Μητροπολίτου Θηβῶν καί Λεβαδείας (28-2-2000), στό βιβλίο τοῦ Ἰταλοῦ Μάρκο Ἀουρέλιο Ριβέλλι (Ἐκδόσεις Προσκήνιο - Ἀγγελος Σιδερᾶτος, 2000) μέ τίτλο: «Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Γενοκτονίας», ὅπου ἐκφράζει μέ συγκινητικό τρόπο τόν ἀποτροπιασμό του γιά τήν δολοφονία 850.000 Σέρβων Ὀρθοδόξων μέ ἠθικόν αὐτουργόν τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ζάγκρεμπ καί μετέπειτα Καρδινάλιο Ἀλουΐσιο Στέπινατς, ὁ ὁποῖος στό ἡμερολόγιόν του στίς 27-3-1941, σελ. 172, Βιβλίο Δ΄ ἔγγραφε : «Τό Πνεῦμα τοῦ Βυζαντίου εἶναι κάτι τό τόσο τρομερό τό ὁποῖο μόνο ὁ Παντοδύναμος καί Παντογνώστης Θεός δύναται νά ἀνέχεται» καί στήν σελ. 176: «Τό Σχίσμα τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἡ μεγαλύτερη κατάρα ἐν Εὑρώπῃ, σχεδόν μεγαλύτερη καί ἀπό τόν Προτεσταντισμό». Εἶναι τρομακτική ἡ μαρτυρία τοῦ Ἰταλοῦ συγγραφέως Κούρτσιο Μαλαπάρτε, ὅτι εἶδε ἕνα μεγάλο καλάθι μέ 20.000 ἀνθρώπινα μάτια Ὀρθοδόξων Σέρβων, πού τοῦ ἐπέδειξαν μέ «ὑπερηφάνεια» ὁ διαβόητος ἀρχηγός τῶν Οὐστάσι Ἄντε Πάβελιτς καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλουΐσιος Στέπινατς. Γιά τά ἐγκλήματά του αὐτά εἰς βάρος τῆς ἀνθρωπότητος, κατεδικάσθη ἀπό τό Διεθνές Δικαστήριο Ἐγκληματιῶν τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σέ πολυετή κάθειρξη. Αὐτόν ὅμως τόν στυγνό ἐγκληματία «Ἁγιοποίησε» ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος ὁ Β΄ (Βοϊτύλα) τοῦ ὁποίου τά ἀποκαλυπτήρια ἔγιναν προσφάτως μέ τήν δημοσιοποίησι τῶν ἐρωτικῶν του ἐπιστολῶν πρός τήν ἔγγαμη ἀκαδημαϊκό συμπατριώτισσά του, τόν ὁποῖον μέ τήν σειρά του «ἁγίοποίησε» ὁ νῦν Πάπας Φραγκίσκος (Μπεργκόλιο)!!! Σέ ὅλα αὐτά τά τραγικά καί ἀνυπόφορα προσφέρει κάλυψη μέ τήν σιωπή του αὐτό τό ἀπαράδεκτο κείμενο γιατί δέν καταγγέλει τήν ἰδεολογική ἐπικαιροποίηση τῶν ἐγκλημάτων εἰς βάρος τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ.

Ἐνδεικτικό τοῦ «κρυπτοκρατικοῦ» πνεύματος τοῦ κειμένου εἶναι ἡ ἀπόκρυψις στήν παρ. 8 τῆς ἀληθοῦς εὐχῆς τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποίος δέν ηὐχήθη ἁπλῶς «ἵνα πάντες ἕν ὧσιν» (Ἰωάννου 17,21) ἀλλά συνέχισε «καθώς σύ πάτερ ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σύ, ἵνα καί αὐτοί ἐν ἡμῖν ἕν ὧσιν» πού σημαίνει ὅτι ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ἁγιότης καί ἡ Δικαιοσύνη εἶναι προϋποθέσεις τῆς ἑνότητος.

Διαφωνῶ ἀπολύτως καί μέ τό κείμενο «Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῶ συγχρόνῳ κόσμῳ» διότι στό κεφ. Δ΄ «Ἡ εἰρήνη καί ἡ ἀποτροπή τοῦ πολέμου» ἀναφέρεται σέ διαθρησκειακές σχέσεις (σελ.6), οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν κατά βάσιν στίς κακῶς λεγόμενες Ἁβρααμικῆς προελεύσεως θρησκεῖες, τόν Ἰουδαϊσμό καί τό Ἰσλάμ. Διότι καί οἱ δύο αὐτές θρησκευτικές παραδοχές καθυβρίζουν διϊστορικά καί χυδαιότατα τό ὑπερύμνητο πρόσωπο τοῦ Δομήτορος τῆς Ἐκκλησίας μας Κυρίου. Ὁ Ἰουδαϊσμός ἔχει ἀποβάλλει τό Θεϊσμό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (Τορά) καί τοῦ Προφητισμοῦ καί ἔχει ἐγκολπωθεῖ τόν Ραββινικό Σατανισμό τοῦ Ταλμούδ καί τῆς Καμπαλά. Στό Σατανικῆς ἐμπνεύσεως Ταλμούδ ὁ Κύριος ἀπομειώνεται μέ τόν χυδαιότερο τρόπο ὡς «νόθος υἱός» τοῦ Ρωμαίου ἑκατοντάρχου Πανδίρα (Ταλμούδ). Ἡ δέ Ὑπεραγία Θεοτόκος καί Ἀειπάρθενος καθυβρίζεται ὡσαύτως μέ χυδαιολογίες ἀφορήτου ἐμπαθείας. Ἡ Καμπαλά πού διδάσκεται καί στό Πανεπιστήμιο τοῦ Τελ Ἀβίβ ἀποτελεῖ τήν ἀποθέωση τοῦ ἀποκρυφιστικοῦ περιπαίγματος. Ὅσον ἀφορᾶ τό Ἰσλάμ, ὁ εὐτελισμός τοῦ Παναγίου Θεοῦ καί ἡ διαστροφή τοῦ Εὐαγγελικοῦ μηνύματος εἶναι ἡ βάσις τῆς δῆθεν ἀποκαλύψεως τοῦ Κορανίου ἀπό τόν αἱμομείκτη καί παιδεραστή ψευδοπροφήτη Μωάμεθ ὁ ὁποῖος στή σούρα «Οἱ Συνασπισμένες Φιλές» (Ἀλ Ἀχζάμπ) καί στό στῖχο 37, γιά νά δικαιολογήσει τήν αἱμομειξία του μέ τήν γυναίκα τοῦ γιοῦ του, παρουσίασε δῆθεν ἐντολή τοῦ Θεοῦ: «Μωάμεθ, εἶπες σέ αὐτόν πού εὐεργετήθηκε ἀπό τόν Θεό καί γέμισε μέ τά ἀγαθά του: «Κράτα τή γυναίκα σου καί νά φοβᾶσαι τόν Θεό», ἐνῶ ἐσύ ἔκρυβες στήν καρδιά σου ὅ,τι ὁ Θεός μετά ἀπό λίγο ἐπρόκειτο νά κάνει σέ ὅλους φανερό. Φοβήθηκες τούς ἀνθρώπους ἐνῶ ἔπρεπε νά φοβηθεῖς περισσότερο τόν Θεό. Ὅταν ὅμως ὁ Ζέϊδ ἀποφάσισε νά χωρίσει τή γυναίκα του, Ἐμεῖς τήν ἑνώσαμε μαζί σου μέ τά δεσμά τοῦ γάμου. Γιά νά μάθουν οἱ πιστοί ὅτι δέν ἁμαρτάνουν ὅταν παντρεύονται τίς γυναίκες τῶν γιῶν τους ἄν οἱ γιοί τους τίς χωρίσουν». Στόν στῖχο 50 παρουσιάζει τόν Θεό νά τοῦ λέει: «Προφήτη σοῦ ἐπιτράπηκε νά παντρευτεῖς μέ τίς γυναίκες στίς ὁποῖες ἔδωσες προίκα, μέ τίς αἰχμάλωτες τίς ὁποῖες κέρδισες μέ τήν δύναμη τῶν χεριῶν σου, μέ τίς κόρες τῶν θείων σου καί ὅσων σέ ἀκολούθησαν, ὅπως καί μέ κάθε εὐσεβή γυναίκα ἡ ὁποία ἀφιέρωσε τήν ψυχή της σέ ἐσένα... Μή φοβᾶσαι μήπως ἐνοχοποιηθεῖς ἄν κάνεις χρήση τῶν δικαιωμάτων σου» καί στό στῖχο 51 συνεχίζει : «Μπορεῖς νά ἀναβάλεις τήν ἐπαφή μέ ὅποια συζυγό σου θελήσεις καί νά δεχθεῖς στό κρεβάτι σου ὅποιαν θελήσεις ἀκόμα καί ὅποια στό παρελθόν παραμέλησες ἀλλά τήν ἐπεθύμησες καί πάλι». Σάν ἐννάτη συζυγό του παντρεύτηκε τήν ἑπταετή κορασίδα Ἀϊσέ. Αὐτός λοιπόν, στό τραγελαφικό του Κοράνιο στήν σούρα «Τό στρωμένο Τραπέζι» (Ἀλ-Μάιντα) στό στῖχο 17 γράφει : «Ἄπιστοι εἶναι ὅσοι λένε πῶς ὁ Μεσσίας ὁ γιός τῆς Μαρίας εἶναι Θεός. Πές τους ποιός μπορεῖ νά σταματήσει τόν Θεό ἄν θέλει νά καταστρέψει τόν Μεσσία καί τήν μητέρα του καί ὅλα τά ὄντα στη γῆ;», θέση πού ἐπαναλαμβάνει καί στό στῖχο 72 καί στό στῖχο 75 ἰσχυρίζεται ὅτι: «Ὁ Μεσσίας ὁ γιός τῆς Μαρίας ἁπλῶς εἶναι ἀπόστολος». Στή σούρα «Οἱ γυναῖκες» (Ἀλ Νισσά) στό στῖχο 171 ἰσχυρίζεται : «Ὁπαδοί τῶν γραφῶν μή ξεπερνᾶτε τά ὅρια τῆς θρησκείας σας... Νά πιστεύετε λοιπόν στό Θεό καί στούς ἀποστόλους καί νά μή λέτε πώς ὑπάρχει ἁγία τριάδα. Σταματῆστε νά το λέτε αὐτό καί θά ὠφεληθεῖτε». Στήν προαναφερθεῖσα σούρα «Τό στρωμένο Τραπέζι» (Ἀλ Μάιντα) στόν στῖχο 116, παρουσιάζει τό Κύριο νά συνομιλεῖ μέ τόν «Θεό» μέ τά ἑξῆς : «Καί εἶπε ὁ Θεός στόν Ἰησοῦ τόν γιό τῆς Μαρίας : «Εἶπες ποτέ ἐσύ στούς ἀνθρώπους θεωρῆστε ἐμένα καί τήν μητέρα μου Θεό στή θέση τοῦ μοναδικοῦ Θεοῦ;» «Ὄχι, στό ὄνομα τῆς δόξας Σου», ἀπάντησε ὁ Ἰησοῦς».

Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω διερωτῶμαι ποιές διαθρησκειακές σχέσεις μπορεῖ νά ὑπάρχουν μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ὑβριστῶν καί ἀπομειωτῶν τοῦ Παναγίου Προσώπου Του, Ἑβραίων καί Μουσουλμάνων πού ἐμμένουν σατανικῶς σέ αὐτές;

Τό σύγχρονο στρατήγημα τοῦ βυθίου δράκοντος, μετά τήν οἰκτρή ἀποτυγχία τοῦ ἀμέσου πολέμου κατά τοῦ Παναχράντου Προσώπου τοῦ Κυρίου, μέ τούς διωγμούς, τίς αἱρέσεις, τήν δῆθεν ἐπιστημονική ἀθεΐα, τήν κρατική ἐπικράτησί της ἐπί ἑβδομήντα χρόνια, εἶναι ἡ διαμέσου τῆς λεγομένης συναφειακῆς καί μεταπατερικῆς «θεολογίας» καί τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ συγκρητισμοῦ παρουσίασις ἑνός κίβδηλου καί ἀνυπάρκτου Χριστοῦ, μέσα στόν ὁποῖον χωροῦν τά πάντα, τό ψέμμα καί ἡ ἀλήθεια, ἡ Ὀρθοδοξία καί ἡ αἵρεσις, ἡ ἠθική καί ἡ ἀνηθικότης, ὥστε νά κατανοεῖ κανείς εὐχερῶς τόν λόγον τοῦ Σωτῆρος Κυρίου: «Πλήν ὁ Ὑιός τοῦ ἀνθρώπου ἐλθών ἄρα εὑρήσει τήν πίστιν ἐπί τῆς γῆς;» (Λουκ. 18,8), ἀλλά καί τόν τρομερότερο ἀφορισμό Του: «πολλοί ἐροῦσι μοι ἐν ἐκείνῃ τῆ ἡμέρᾳ‧ Κύριε Κύριε, οὖ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν καί τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν, καί τῶ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλάς ἐποιήσαμεν; καί τότε ὁμολογήσω αὐτοῖς ὅτι οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς‧ ἀποχωρεῖτε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ ἐργασάμενοι τήν ἀνομίαν» (Ματθ. 7,22-23).

Διαφωνῶ ἀπολύτως καί μέ τό ψηφισθέν κείμενο «Τό Αὐτόνομο καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ» διότι ἡ αὐτονομία εἶναι μέγας πειρασμός καί μπορεῖ νά ὁδηγήσει σέ κατακερματισμό κρατῶν καί σέ διάσπαση Λαῶν καί στήν ἔξαρση τοῦ Ἐθνοφυλετισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει Συνοδικῶς καί Πανορθοδόξως καταδικασθεῖ ὡς αἵρεση. Θεωρῶ δέ ὡς Ἐθνικό ἔγκλημα τήν ὁποιαδήποτε Ἐκκλησιαστική αὐτονόμηση τῆς Βορείου Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἀναπόδραστα θά ὁδηγήσει στήν «Κοσοβοποίηση» τῆς Δυτικῆς Θράκης καί σέ Ἐθνική Καταστροφή. Νομίζω ταπεινῶς ὅτι ἡ κανονική πρόβλεψι τοῦ 17ου Κανόνος τῆς Ἁγίας Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶναι ἡ μόνη ὀρθή λύσι τοῦ συγκεκριμένου θέματος.
Ἐν κατακλείδι παραθέτω ἕνα μικρό Συναξάριο, ὄχι κάποιας Μονῆς «φονταμεταλιστῶν» ἀλλά ἑνός «φιλοπατριαρχικοῦ» Μοναστηριοῦ, τῆς Ἱ. Μονῆς Σίμωνος Πέτρας Ἁγ. Ὄρους, ἀπό τό νέο Συναξαριστή τοῦ Ἱερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου σελ. 62 - 64 (Τόμος Α΄ Σεπτέμβριος, Ἐκδ. Ἴνδικτος 2001), πού ἀναφέρεται στό Ἅγιο Ὁσιομάρτυρα Ἀθανάσιο Ἡγούμενο τῆς Ἱ. Μονῆς τοῦ Ὁσίου Συμεών τοῦ Στυλίτου εἰς Μπρέστ – Λιτόβσκ, ὁ ὁποίος μαρτύρησε στίς 5/9/1648: «Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος γεννήθηκε στὴν Βίλνα (σημερινὴ πρωτεύουσα τῆς Λιθουανίας) τῆς Μικρορωσίας τὸ 1596, τὸν ἴδιο χρόνο ποὺ ἔγινε στὸ Μπρὲστ - Λιτὸβσκ ἡ ψευδοένωσις μεταξὺ τῆς Ρώμης καὶ ὡρισμένων Ρώσων ἐπισκόπων. Υἱὸς εὐγενοῦς στὴν καταγωγὴ Λιθουανοῦ, ἀρκετὰ πτωχοῦ παρὰ ταῦτα, ἔλαβε εὐρεῖα καὶ σπάνια μόρφωσι γιὰ τὴν ἐποχή του.
Ἦταν κάτοχος πολλῶν ξένων καὶ ἀρχαίων γλωσσῶν καὶ βαθὺς γνώστης τόσο τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅσο καὶ τῶν φιλοσόφων καὶ θεολόγων τῆς Δύσεως.
Γιὰ λίγα χρόνια ὁ ἅγιος ἐργαζόταν ὡς οἰκοδιδάσκαλος, ὥσπου τὸ 1627 ἐκάρη μοναχὸς στὴν μονὴ τοῦ Χουτίν, κοντὰ στὴν Ὄρσα τῆς Μικρορωσίας (σημερ. Λευκορωσία). Τὸ προπύργιο αὐτὸ τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ ἔμεινε ἀπείρακτο ἀπὸ τὶς πολωνικὲς δυνάμεις κατοχῆς, διεδραμάτισε σπουδαῖο ρόλο στὸ νὰ ἀντισταθῇ ὁ ὀρθόδοξος λαὸς κατὰ τῆς ρωμαιοκαθολικῆς προπαγάνδας. Ἐν συνεχείᾳ ὁ Ἀθανάσιος συμπλήρωσε τὴν μοναχική του κατάρτισι καὶ σὲ ἄλλα ὀνομαστὰ μοναστήρια.
Ὅταν χειροτονήθηκε ἱε ρεύς, ὁ μητροπολίτης Κιέβου Πέτρος Μογίλας (1596-1647) τοῦ ἀνέθεσε τὴν ἀνακαίνισι τῆς μονῆς τοῦ Κουπυάτιτσκ. Μετὰ ἀπὸ θεία ἀποκάλυψι, ἔκανε ἕ να ἐπικίνδυνο ταξίδι στὴν Μόσχα, διασχίζοντας ἐδάφη κατεχόμενα ἀπὸ Πολωνούς, μὲ σκοπὸ νὰ ἐκθέσῃ στὸν τσάρο τὴν κακὴ στάσι τῶν τοπικῶν ἀρ χῶν ἔναντι τῶν ὀρθοδόξων στὶς βορειοδυτικὲς περιοχὲς τῆς Ρωσίας καὶ νὰ ζητήσῃ συνδρο μὴ γιὰ τὴν ἀνακαίνησι τῆς μονῆς του. Μὲ τὴν βοήθεια τῆς Παναγίας ἐπέτυχε στὴν ἀποστολή του καὶ ἄρχισε τὶς ἐργασίες. Δύο χρόνια ὅμως ἀργότερα ἀναγκάσθηκε νὰ τὶς ἐγκαταλείψῃ, διότι ἐξελέγη ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ ὁσίου Συμε ὼν τοῦ Στυλίτου στὸ Μπρὲστ-Λιτόβσκ.
Ἀπὸ τότε ἀποδύθηκε σὲ νέο καὶ ἀκαταπόνητο ἀγῶνα ἐναντίον τῆς Οὐνίας, τοῦ προσηλυτιστικοῦ αὐτοῦ τρόπου τῶν Λατίνων ποὺ εἶναι συγκεκαλυμμένος μὲ ὀρθόδοξα λειτουργικὰ τυπικὰ καὶ συνήθειες. Ἐπὶ ὀκτὼ χρόνια ὁ ἅγιος μὲ τὴν προσευχή, τὸ κήρυγμα καὶ τὰ συγγράμματά του στηλίτευε καὶ ἀπέρριπτε τὴν ψευδοένωσι τῆς Μπρέστ, ἐπανέφερε δὲ τοὺς πλανηθέντας στὴν ποίμνη τοῦ Χριστοῦ.
Οἱ Πολωνοὶ στρατιῶτες καὶ ἔποικοι βασάνιζαν τοὺς ὀρθοδόξους πληθυσμοὺς τῶν κατεχομένων περιοχῶν μὲ βαρβαρικὴ ὠμότητα, ἀλλὰ καὶ οἱ Ἰησουῖτες ἱεραπόστολοι δὲν ἐδίσταζαν νὰ χρησιμοποιήσουν τὶς πιὸ ἀπάνθρωπες μεθόδους, προκει μένου νὰ στερεώσουν τὴν δική τους πίστι στὴν Μικρορωσία. Ὁ ἅγιος ἀποφάσισε νὰ μεταβῇ στὸν βασιλέα τῆς Πολωνίας Βλαδίσλαο Δ΄(1632-1648), γιὰ νὰ μεσολαβήσῃ, ὥστε οἱ ὀρθόδοξοι νὰ ἔχουν πιὸ ἀνθρώπινη μεταχείρισι. Ὁ βασιλεὺς κάμφθηκε ἀπὸ τὴν παράκλησί του καὶ μὲ διάταγμα ἔθετε τέρμα σὲ αὐτὲς τὶς καταχρήσεις τῆς ἐξου σίας, ἀλλὰ οἱ δημόσιοι λειτουργοί του δὲν τὸ ἐφήρμοσαν. Στὴν Βαρσοβία ἡ κατάστασις τῶν ὀρθοδόξων ἦταν ἀκόμα χειρότερη. Σὲ ἑορτάσιμες ἡμέρες οἱ Πο λωνοὶ καὶ οἱ οὐνῖτες ἔβαζαν φωτιὰ σὲ ὀρθόδοξες ἐκκλησίες γεμᾶτες πιστούς, ὅπως καὶ ἄλ λοτε κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν μεγάλων διωγμῶν.
Μόνος στὸν ἀγῶνα, μὲ μόνη παρηγοριὰ τὴν Παναγία, ὁ Ἀθανάσιος συνέχισε τὶς προσπάθειές του. Τὸ 1643, ὕστερα ἀπὸ μία νέα θεία ἀποκάλυψι, κατέφυγε γιὰ δεύτερη φορὰ στὸ Συμβούλιο Ἐπικρατείας τῆς Πολωνίας. Ἐνῷ κέρδισε τὴν προστασία τοῦ κράτους ὑπὲρ τοῦ ὀρθοδόξου ποιμνίου του, ὡρισμένοι ὀρθόδοξοι γαιοκτήμονες, φοβούμενοι μήπως ζημιωθοῦν τὰ συμφέροντά τους, διέδωσαν ὅτι ἦταν τρελλὸς καὶ κατόρθωσαν νὰ τοῦ ἀφαιρεθῇ τὸ ἀξίωμα, νὰ καθαιρεθῇ ἀπὸ τὴν ἱερωσύνη καὶ νὰ σταλῇ στὸ Κίεβο γιὰ ἐξέτασι.
Παρὰ τὶς κακόβουλες προσπάθειές τους ὁ ἅγιος δικαιώθηκε καὶ ἐπέστρεψε ὡς ἡγούμενος στὸ μοναστήρι του, ἀλλὰ δὲν ἔμεινε ἥσυχος γιὰ πολύ, σύντομα ξανάρχισαν οἱ διωγμοὶ κατὰ τῶν ὀρθοδόξων.
Ἐνῶ ἑτοίμαζε μία ἀναφορὰ πρὸς τὸν βασιλέα τῆς Πολωνίας, συνελήφθη καὶ φυλακίσθηκε προτοῦ τὴν ὁλοκληρώση. Ἀφέθηκε ἐλεύθερος ὕστερα ἀπὸ τρία χρόνια, ἀλλὰ τὸ 1648 ὁ διωγμὸς συνεχίσθηκε σφοδρότερος. Ἦταν τόσο αἱματηρός, ὥστε ὁ λαὸς τῆς Μικρορωσίας ἐξεγέρθηκε καὶ ἀπαίτησε τὴν ἀποχώρησι τῶν πολωνολιθουανικῶν δυνάμεων καὶ τὴν ἀπόδοσι τῶν ρωσικῶν ἐδαφῶν στὸν τσάρο. Οἱ πολωνικὲς ἀρχὲς συνέλαβαν ἀμέσως τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ κινήματος καὶ τοὺς ἐπιφανεστέρους ἐκκλησιαστικοὺς ἡγέτες. Ὁ Ἀθανάσιος φυλακίσθηκε καί, παρὰ τὶς παντὸς εἴδους σωματικὲς καὶ ἠθικὲς κακώσεις ποὺ ὑπέστη, τόσο ἐκ μέρους τῶν δεσμοφυλάκων, ὅσο καὶ τῶν καθολικῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν, συνέχισε νὰ ἐλέγχῃ τοὺς ἑνωτικοὺς καὶ νὰ ἀναθεματίζῃ τὴν ἕνωσι. Τὸν βασάνισαν βάζοντας στὸ σῶμα του ἀναμμένα κάρβουνα, τὸν ἔγδαραν καὶ τὸν ἔκαψαν ζωντανό. Ἐπειδὴ ἀκόμη ἀνέπνεε, τὸν τουφέκισαν, νεκρὸ τὸν ἀποκεφάλισαν καὶ ἔρριξαν τὸ σῶμα του σὲ ἕνα βόθρο. Τὸ τίμιο λείψανό του βρέθηκε μετά 17 χρόνια ἄφθαρτο, εὐωδιάζον καὶ μέχρι σήμερα ἐπιτελεῖ θαύματα».
Ὡς ὁ ἁμαρτωλότερος λοιπόν πάντων, συντάσσομαι μέ τόν Θεό πού διετήρησε ἀδιάφθορο, ἀδιαλώβητο καί εὐωδιάζον τό σκήνωμα τοῦ Ἁγίου Του μέσα στό βόθρο καί ὄχι μέ ἐκείνους πού τό ἔρριψαν μέσα.
Ἑπομένως δέν θά συμμετάσχω στό «ἀνόσιο παίγνιο» τῆς λεγομένης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου.



Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ







† ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Ο Πειραιάς τιμά τον Ποιμενάρχη του

Τιμητική Εκδήλωση με την ευκαιρία συμπληρώσεως 10 ετών Ποιμαντορίας του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ.Σεραφείμ στην Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς, θα πραγματοποιηθεί τηνΔευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016 στις 7:00 το απόγευμα, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Στο έργο και την προσωπικότητα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας, θα αναφερθεί ο Αρχιμανδρίτης Νήφων Καπογιάννης, Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.

Στην εκδήλωση  θα συμμετέχουν μαθητές και μαθήτριες από τα Εκπαιδευτήρια της τοπικής μας Εκκλησίας, νέοι και νέες από και τις Ενορίες της Μητροπολιτικής Περιφέρειας Πειραιώς, ενώ η Chamber Symphony Orchestra (CSO) θα παρουσιάσει σε πρώτη Πανελλήνια εκτέλεση το έργο του Δημήτρη Μηνακάκη με τίτλο «Βυζαντινή Λειτουργία για σόλο ψάλτες, μεικτή χορωδία και ορχήστρα, τσέμπαλο και Εκκλησιαστικό όργανο».

Την Εκδήλωση θα παρουσιάσει ο δημοσιογράφος Σπύρος Χαριτάτος.

Η Είσοδος είναι ελεύθερη για όλους.

Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Πειραιώς κ.κ.Σεραφείμ: Η καύση των νεκρών

      Τυγχάνει γνωστόν ὅτι ἔνιοι ἐντόπιοι κύκλοι τοῦ διεθνιστικοῦ περιπαίγματος μή κηδόμενοι τῆς πατροπαραδότου Χριστιανικῆς παραδόσεως τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν πίστεως διεισδύουν εἰς πᾶν μέσον ἐπικοινωνιακῆς μορφῆς καί δι’ αὐτῶν εἰς τάς συνειδήσεις τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, δηλητηριάζουν αὐτάς καί κλονίζουν τάς βάσεις τῆς πίστεως. Ὡσαύτως ἡ ἀδιαφορία περί τήν πίστι καί τάς χριστιανικάς παραδόσεις, ὑπό τήν ἐπίδρασι τῶν ἀνωτέρω ἀποκτᾶ ὁση μέραι ρίζωμα εἰς τάς ἠθικῶς ἀτόνους καί θρησκευτικῶς καχεκτικάς συνειδήσεις.

Ἡ Ἁγία ἡμῶν Ἐκκλησία, ὡς μήτηρ φιλόστοργος ἀντιλαμβανομένη τά σημεῖα τῶν καιρῶν καί τήν συστροφήν τῶν πονηρευομένων κατ’ Αὐτῆς, πρός διαφύλαξι τῆς Ὀρθοδόξου παραδόσεως σήμερον, πού ὑλοποιεῖται πλήρως καί ἑτοιμάζεται καταλλήλως ἡ διαδικασία καύσεως καί ἀποτεφρώσεως τῶν νεκρῶν σωμάτων, διά καταλλήλου ἐνημερώσεως διεφώτισε τό χριστεπώνυμον πλήρωμα Αὐτῆς πρός καταρτισμόν τῶν Ἁγίων καί οἰκοδομήν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ κατά τούς θεοπνεύστους λόγους τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Ἐφεσ. Δ 12) καί ἐτόνισε τάς πνευματικάς διαστάσεις καί τάς συνεπείας μιᾶς τοιαύτης ἐπιλογῆς εἰς τήν πνευματικήν ζωήν τοῦ πιστοῦ ἀπορρίπτουσα τήν καῦσι τῶν νεκρῶν διάτάπιστά Της μέλη ὡς πρᾶξι ἀπάδουσαν πρός τήν παράδοσι Αὐτῆς, ὁριοθετοῦσα τήν πίστι Αὐτῆς καί τόν σεβασμόν εἰς τό ἀνθρώπινον πρόσωπον καί κατ’ ἐπέκτασι εἰς τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, τό ὁποῖον ἀποτελεῖ να όν καί κατοικητήριον τοῦ Παναγίου Πνεύματος δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθμ. 2959/29.10.2014 Ἐγκυκλίου Αὐτῆς.

Κατόπιν τῆς προτάσεως ὑπό τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἄρθρου 21 «Ἐπιλογή τόπου ἐνταφιασμοῦ» στό Σχέδιο Νόμου «Μέτρα γιά τήν ἐπιτάχυνση τοῦ Κυβερνητικοῦ ἔργου καί ἄλλες διατάξεις» διά τοῦ ὁποίου θεσμοθετεῖται διά τῆς γενικότητος τῆς διατάξεως ἡ ὑποχρεωτικότητα κατά τήν βούλησι τοῦ ἀποθανόντος ἐκκλησιαστικῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας καί εἰς περιπτώσεις ἐκπεφρασμένης βουλήσεώς του διά τήν ἀποτέφρωσι τοῦ σώματός του, ἐπαγόμεθα τά κάτωθι: Τό ἀνθρώπινον σῶμα εἶναι εἰκόνισμα τῆς ἀθανάτου ψυχῆς καί προβολή τῆς αἰωνιότητος εἰς αὐτόν τόν κόσμον. Ἡ καῦσις τοῦ σώματος ἀποτελεῖ εἰκονοκλαστικήν πρᾶξι πού προσβάλλει τήν πίστι εἰς τήν αἰωνιότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διαδικασία τῆς φθορᾶς τοῦ σώματος πρέπει νά εἶναι φυσική καί ποτέ ἐξαναγκασμένη. Ἡ φύσις ἀναλαμβάνει τήν φθορά τοῦ σώματος. Ἡ καῦσις εἶναι πρᾶξις βίας ἐπί τοῦ σώματος. Ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας προερχομένη ἐκ τῆς τιμῆς τῶν ἁγίων λειψάνων πείθει ὅτι τά λείψανα πνευματικῶς ζοῦν, δι’ αὐτό διά τήν Ἐκκλησίαν ἡ ταφή ἀποτελεῖ αἰωνία ἀξία καί

ΜΗΝΥΜΑ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ

Τέκνα ἀγαπητά καί περιπόθητα,

Εἰσερχόμεθα σὲ ἕνα ἀκόμη “νέον ἔτος” ἀπὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ἀλλὰ καὶ πορευόμεθα στὸν ἴδιο χρόνο ἀπὸ τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας ὅταν «εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία».

Αὐτὸς εἶναι ὁ πρῶτος καὶ ὁ νέος χρόνος, ποὺ περιγράφεται στὴν πρώτη διήγηση τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσεως. Εἶναι ἡ πρώτη καὶ νέα ἡμέρα, ἡ ἀρχὴ τοῦ χρόνου ἀπὸ τὴν ὁποία ξεκίνησε ἡ ζωή.

Γιὰ νὰ ἀντιληφθοῦμε λοιπόν, ἀγαπητοὶ μου, τὸν νέον χρόνον πρέπει νὰ ἀνατρέξουμε στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας τοῦ χρόνου καὶ στὸν λόγο ποὺ ὑπάρχει χρόνος κατὰ τὴν δημιουργικὴ ἀρχή του ἀπὸ τὸν Θεό.

«Εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς». Ἀπὸ τὸ φῶς λοιπὸν θὰ ἀρχίσει ἡ ζωή. Ἀπὸ τὸ φῶς θὰ φωτισθεῖ ὁ κόσμος. Μὲ τὸ φῶς θὰ πορευθεῖ ἡ κτίση ὅλη, ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ τῆς Δημιουργίας ὣς τὰ ἔσχατα. Καὶ ἡ ἐναλλαγὴ ἀνάμεσα στὸ φῶς καὶ τὸ σκότος, ἡ διαδοχὴ τῆς ἡμέρας ἀπὸ τὴ νύχτα θὰ διαμορφώσει τὸν μετρήσιμο χρόνο ποὺ ἀντιλαμβάνεται ὁ ἄνθρωπος ὡς ἐπίγειο χρόνο τῆς ζωῆς του.

Ἡ Δημιουργία ἄρχισε μὲ τὸ φῶς τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς εἶδεν ὅτι εἶναι «καλόν». Αὐτὸ τὸ «καλὸν» σημαίνει ὅτι στὴν ἀρχὴ τὸ φῶς καὶ στὴν συνέχεια ὅλη ἡ δημιουργία ἔχουν μέσα τους τὴν «ἐναποτεθεῖσα δύναμη» ἀπὸ τὸν Θεό, ὅπως λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος. Ἔχουν τὸν λόγο τῆς δημιουργίας τους. Ὅλη ἡ Δημιουργία εἶναι προικισμένη μὲ μιὰ δημιουργικότητα καὶ ζωτικότητα. Διότι ὁ Θεὸς διὰ τῶν Ἐνεργειῶν Του ἐναπόθεσε ἐντὸς τῆς κτίσεως τὴν ζωτικὴ καὶ δημιουργικὴ δύναμη γιὰ τὴν ἐξέλιξη τῆς Δημιουργίας. Καὶ ταυτόχρονα παραχώρησε μιὰ σωτηριώδη εὐκαιρία γιὰ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ χρόνος τῆς παρουσίας μας στὴ Δημιουργία, ὁ «βραχὺς αἰών» ὅπως λέγει ὁ Εὐριπίδης, συμπυκνώνει τὴν εὐκαιρία μας γιὰ τὴν αἰωνιότητα.

Ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται ἡ σημασία τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, ὁ λόγος τῆς παρουσίας Του καὶ τῆς Ἐνσαρκώσεώς Του. Μὲ τὴν Ἐνανθρώπησή Του ὁ Κύριος «ἐνεχρονίσθη» καὶ «ἐνεχωρήθη», ἔγινε ὁ Ἴδιος ὁ χρόνος καὶ ὁ χῶρος μας. «Χώρα ζώντων» ὅπως λέγει ὁ Ψαλμωδός. Σαρκώθηκε καὶ μὲ τὴν Σάρκα Του ἦλθε σὲ ὅλες τὶς καταστάσεις μας, στὸ χρόνο καὶ στὸ χῶρο μας, καὶ μᾶς δίνεται συνεχῶς στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν Θεία Κοινωνία μέσα στὸν χρόνο μας ὡς πρόγευση μετοχῆς, ὡς ἀρραβώνας τῆς αἰωνίου Ζωῆς.

Εἶναι ἐξαιρετικὰ σημαντικὸ νὰ ἀντιλαμβανόμαστε διαρκῶς ὅτι ὡς ἄνθρωποι ἔχουμε αὐτὸ ποὺ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ὀνομάζουν δερμάτινους χιτῶνες δηλαδὴ τὴν κτιστότητά μας καὶ τὴν χρονικότητά μας, ἀλλὰ ταυτόχρονα ἔχουμε καὶ τὴν προοπτικὴ ὡς εἰκόνες Θεοῦ τοῦ καθ’ ὁμοίωσιν, δηλαδὴ τῆς δυνατότητας καὶ τῆς ἱκανότητας νὰ θεωθοῦμε νὰ ξεπεράσουμε τὸν χρόνο καὶ τὸ χῶρο. Ἐπειδὴ ὑπάρχει μέσα στὸν ἄνθρωπο λοιπὸν ἡ δυνατότητα τῆς ἐπικοινωνίας μὲ τὸ Θεό, τῆς ζωντανῆς συνάντησης μὲ τὸν ἀγαπημένο Χριστὸ ἡ σχέση καὶ ἐπικοινωνία μεταξὺ ζῶντος Θεοῦ καὶ ζῶντος ἀνθρώπου εἶναι ἄμεση, δὲν μεσολαβεῖ ὁ χρόνος καὶ ὁ χῶρος. Πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν ἔχει δημιουργηθεῖ ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸν χῶρο καὶ τὸ χρόνο. Αὐτὰ ὑπάρχουν ὡς διαστάσεις καὶ ὅρια στὸν ἄνθρωπο. Κι ἐμεῖς ὡς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ καλούμεθα νὰ ὑπερβοῦμε τὰ ὅριά μας, τὸν χρόνο καὶ τὸν χῶρο νὰ τὰ μεταμορφώσουμε γιὰ νὰ θεωθοῦν καὶ αὐτὰ μέσα μας ἐν Χριστῷ.

Στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ οἱ φυσικοὶ περιορισμοὶ παρέρχονται καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀπελευθερώνεται ἀπὸ αὐτούς. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς ἀπελευθερώνει κρατώντας μας ἀπὸ τὸ χέρι. Μαζὶ λοιπόν, εἰσέρχεται καὶ ὁ χρόνος καὶ ὁ χῶρος, διὰ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ μὲ τὸν ἄνθρωπο στὴν αἰωνιότητα.

Ἡ σχέση καὶ ἐπικοινωνία μεταξὺ ζῶντος Θεοῦ καὶ ζῶντος ἀνθρώπου ὅπως εἴπαμε εἶναι ἄμεση ὅταν ἔχουμε δυνατὴ πίστη καὶ ἀγαποῦμε μὲ ὅλη τὴν καρδιὰ καὶ τὴ διάνοιά μας τὸν Θεό. Στὴ σχέση μας αὐτή, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐπεμβαίνουμε στὸ χῶρο καὶ στὸ χρόνο.

Ἂς δοῦμε δύο παραδείγματα τέτοιας ἐπέμβασης. Τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ τοῦ διαδόχου τοῦ Μωυσῆ, περίπου τὸν 15ο αἰώνα πρὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, στὴν πόλη Γαβαὼν ἐγγὺς τῆς Ἱερουσαλὴμ ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ γιὰ νὰ βοηθήσει τὸν λαό του ὁ ὁποῖος μαχόταν γιὰ νὰ φτάσει στὴ Χαναάν, τὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, ὕψωσε τὰ χέρια του στὸν οὐρανὸ καὶ μὲ πίστη στὸ Θεὸ προσευχήθηκε καὶ εἶπε: «Στήτω ὁ ἥλιος, κατὰ Γαβαὼν καὶ ἡ σελήνη», ἂς σταθεῖ ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη. «Ἔστη ὁ ἥλιος κατὰ μέσον τοῦ οὐρανοῦ καὶ οὐκ ἐγένετο ἡμέρα τοιαύτη οὐδὲ τὸ πρότερον οὐδὲ τὸ ἔσχατον, ὥστε ἐπακοῦσαι Θεὸν ἀνθρώπου», καὶ πράγματι ὁ ἥλιος σταμάτησε ἀκίνητος στὸ μέσον του οὐρανοῦ ἐπὶ μία ὁλόκληρη ἡμέρα. Τόσο μεγάλη καὶ ἐπιφανὴς ἡμέρα δὲν ἔγινε ποτὲ προηγουμένως, οὔτε στὸ ἀπώτατο οὔτε στὸ ἐγγὺς παρελθόν, καὶ τόσο μεγάλο θαῦμα νὰ ἀκούσει δηλαδὴ ὁ Θεὸς τέτοια αἴτηση ἀπὸ ἄνθρωπο. Ἔγινε δὲ αὐτὸ τὸ πρωτοφανὲς καὶ μοναδικὸ θαῦμα, διότι ὁ Κύριος ἦταν μαζὶ μὲ τὸ περιούσιο λαό Του.

Ἀλλὰ καὶ τὸ 16ο αἰώνα μετὰ τὴν γέννηση τοῦ Θεανθρώπου, στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅταν ὁ Πατριάρχης ἅγιος Ἰωακεὶμ ὁ Πάνυ, δηλ. ὁ μέγας, κλήθηκε ἀπὸ τὸν Σουλτάνο νὰ ἀποδείξει τὴν πίστη τῶν Χριστιανῶν εἰδάλλως θὰ ὁδηγοῦσε ὅλο τὸ ποίμνιο καὶ ἐκεῖνον σὲ σφαγή. Καὶ τοῦ ἔθεσε ὡς πρόκριμα τὴν ἐπιβεβαίωση τῆς ἀλήθειας τοῦ λόγου στοῦ Κυρίου «ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβα ἔνθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται». Ἂν ἔχετε ἀληθινὴ πίστη ὅσο ἕνας κόκκος συνάπεως μπορεῖτε νὰ μετακινήσεται ἕνα βουνό. Καὶ ὁ ἅγιος Πατριάρχης Ἰωακεὶμ μὲ τὸ ποίμνιό του προετοιμασθεὶς τριημέρως διὰ νηστείας καὶ προσευχῆς, παρέστη στὸ σημεῖο ποὺ τοῦ ὑποδείχθηκε καὶ ἐνώπιον τοῦ Σουλτάνου ἐποίησε τὸ μέγα ἐκεῖνο θαῦμα, ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου μετατοπίσας τὸ ἀπέναντι ὄρος, τὸ ὁποῖο ἕως σήμερα ὀνομάζεται «ντοῦρ ντὰγ» ποὺ θὰ πεῖ «στάσου, σταμάτα ὄρος».

Βλέπουμε λοιπόν, ἀγαπητοὶ, ὅτι ὑπακούοντας στὸν Θεό, ἀναζητώντας μὲ λαχτάρα τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, κάνοντας μοναδικὸ καὶ ὕψιστο μέλημα τῆς ζωῆς μας τὴν συνάντηση μαζὶ Του, ἡ ζῶσα ἐμπειρία τοῦ Ζῶντος Θεοῦ μας, μᾶς κάνει νὰ ἐπεμβαίνουμε μὲ τὴ Χάρη Του στὶς φυσικὲς συνθῆκες τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου.

Ὄχι βεβαίως γιὰ νὰ ἐπιδείξουμε τὶς δυνατότητες τῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως πολὺ συχνὰ ἀκοῦμε στὶς μέρες μας ὅτι χρειάζεται νὰ κάνουμε, δηλαδὴ νὰ ἀποδείξουμε τί εἶναι ὁ Ἄνθρωπος, ἀλλὰ ἀντιθέτως γιὰ νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος εἶναι ὁ οἶκος μας, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ζοῦμε. Εἴμαστε στὸν οἶκο τοῦ Πατρός μας ἀλλὰ πρωτίστως θέλουμε τὸν Πατέρα μας καὶ ὄχι τὸν οἶκο. Βλέπουμε τὸν ἑαυτό μας, τὸν κόσμο μας, τὸ χῶρο καὶ τὸ χρόνο μας μέσα στὴ μεγάλη εὐσπλαχνία καὶ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, στὸν οἶκο τοῦ Πατέρα μας, οἶκο στὸν ὁποῖο ὅμως ὁ Θεὸς εἶναι ὁ ἔνοικος, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης, «οἶκον ἔχων τὸν Θεὸν ἔνοικον». Ὁ ἀληθινὸς Χριστιανὸς εἶναι ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος τοῦ Θεοῦ.

Ἂς ἔχουμε λοιπὸν τὸν γλυκὺ καὶ ἀγαπημένο Θεὸ ἔνοικό μας, ὥστε κάθε ἔτος τῆς ζωῆς μας νὰ εἶναι ἕνα νέον ἔτος ποὺ θὰ λαμπρύνεται ἀπὸ τὸ Φῶς καὶ τὴ Χάρη Του.

Χρόνια πολλά μέ ὑγεία καί εὐλογίες!

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΑΣ

+ΠειραιςΣΕΡΑΦΕΙΜ